Δεν είναι τι λες στο παιδί. Είναι σε τι κατάσταση είσαι όταν το λες.
Δεν είναι τι λες στο παιδί. Είναι σε τι κατάσταση είσαι όταν το λες.
Γιατί οι σωστές λέξεις δεν αρκούν όταν το νευρικό σύστημα είναι σε ένταση
“Πείτε μου τι να κάνω.”
Αυτή είναι ίσως η πιο συχνή φράση που ακούω από γονείς.
Και είναι απολύτως λογική.
Όταν κάτι δεν λειτουργεί, ψάχνουμε οδηγίες. Βήματα. Λύσεις.
Τι να πω. Πώς να το πω. Πότε να βάλω όρια. Πώς να αντιδράσω.
Και όμως, εδώ υπάρχει ένα σημείο που συχνά χάνεται.
Δεν είναι μόνο θέμα τεχνικής. Είναι θέμα κατάστασης.
Ας το δούμε λίγο πιο καθαρά. Δύο γονείς μπορούν να πουν ακριβώς την ίδια φράση στο παιδί τους:
“Σε καταλαβαίνω, αλλά τώρα πρέπει να σταματήσεις.”
Ο ένας το λέει ήρεμα, με σταθερότητα.
Ο άλλος το λέει σφιγμένα, με ένταση, με θυμό που προσπαθεί να συγκρατήσει.
Τα λόγια είναι ίδια. ‘Όχι όμως και το αποτέλεσμα.
Γιατί;
Γιατί τα παιδιά δεν “ακούν” μόνο τα λόγια. Διαβάζουν την κατάσταση του ενήλικα.
Το νευρικό μας σύστημα επικοινωνεί πριν από εμάς.
Πριν από τις λέξεις. Πριν από τις οδηγίες. Πριν από τις τεχνικές.
Εδώ βρίσκεται και η βασική διαφορά στον τρόπο που δουλεύω.
Δεν ξεκινάω από το “τι να πεις”. Ξεκινάω από το “σε τι κατάσταση βρίσκεσαι όταν το λες”.
Γιατί αν ένας ενήλικας είναι σε ένταση, καμία τεχνική δεν λειτουργεί πραγματικά.
Μπορεί να δουλέψει για λίγο. Μπορεί να “πιάσει” επιφανειακά.
Αλλά δεν αλλάζει τη δυναμική της σχέσης. Δίνει στιγμιαία λύση.
Το ίδιο συμβαίνει και στα παιδιά.
Όταν ένα παιδί είναι σε ένταση, δεν μπορεί να επεξεργαστεί οδηγίες, συμβουλές ή λογικά επιχειρήματα.
Δεν έχει πρόσβαση σε αυτό το κομμάτι του εγκεφάλου εκείνη τη στιγμή.
Άρα, όταν εμείς επιμένουμε σε “λογική”, στην πραγματικότητα μιλάμε σε ένα σύστημα που δεν μπορεί να μας ακούσει.
Αυτό δημιουργεί έναν κύκλο που πολλοί γονείς γνωρίζουν καλά:
Το παιδί αντιδρά.
Ο γονιός προσπαθεί να εξηγήσει.
Το παιδί δεν ακούει.
Ο γονιός ανεβάζει ένταση.
Το παιδί αντιδρά περισσότερο.
Και κάπου εκεί έρχεται η σκέψη: “Δεν πιάνει τίποτα.”
Και όμως, δεν είναι ότι δεν πιάνει τίποτα.
Είναι ότι ξεκινάμε από το λάθος σημείο. Ξεκινάμε από τη συμπεριφορά. Αντί να ξεκινήσουμε από την κατάσταση που τη δημιουργεί.
Η ρύθμιση του νευρικού συστήματος δεν είναι μια τεχνική. Είναι προϋπόθεση.
Όταν ο ενήλικας είναι ρυθμισμένος, το παιδί έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να ηρεμήσει.
Όταν ο ενήλικας είναι σε ένταση, το παιδί μπαίνει ακόμη πιο βαθιά στην αντίδραση.
Όχι γιατί “δεν θέλει”. Αλλά γιατί δεν μπορεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε ήρεμοι όλη την ώρα. Αυτό δεν είναι ρεαλιστικό.
Σημαίνει όμως ότι αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε πότε δεν είμαστε.
Και εκεί, αντί να προσπαθούμε να “διορθώσουμε” το παιδί, κάνουμε κάτι πολύ μικρό.
Παίρνουμε μια ανάσα.
Χαμηλώνουμε τον τόνο.
Δίνουμε λίγο χρόνο.
Αυτό το μικρό pause αλλάζει περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε. Γιατί εκεί δημιουργείται χώρος.
Και μέσα σε αυτόν τον χώρο, μπορεί να συμβεί κάτι διαφορετικό. ‘Όχι κάτι τέλειο. Αλλά κάτι διαφορετικό.
Και εδώ είναι ίσως το πιο ανακουφιστικό σημείο για πολλούς γονείς.
Δεν χρειάζεται να μάθετε δέκα διαφορετικές τεχνικές. Χρειάζεται να αρχίσετε να παρατηρείτε τον εαυτό σας.
Γιατί η σχέση δεν αλλάζει από αυτά που λέμε μόνο. Αλλάζει από την κατάσταση μέσα από την οποία τα λέμε.
Αυτός είναι και ο λόγος που η δουλειά με το νευρικό σύστημα δεν αφορά μόνο τα παιδιά.Αφορά κυρίως τους ενήλικες.
Γιατί ο ενήλικας είναι αυτός που “κρατάει” το σύστημα. Το παιδί απλώς αντιδρά μέσα σε αυτό.
Και ίσως τελικά αυτή είναι η πιο ουσιαστική μετατόπιση:
Από το
“πώς θα αλλάξω το παιδί μου”
στο
“πώς επηρεάζω εγώ αυτό που συμβαίνει”
Όχι με ενοχή. Με επίγνωση.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειες απαντήσεις.
Χρειάζονται ενήλικες που μπορούν να είναι παρόντες. Και αυτό δεν είναι τεχνική.
Είναι κατάσταση ύπαρξης.
Γιατί τελικά, δεν αλλάζουμε τη συμπεριφορά όταν ελέγχουμε το παιδί.
Την αλλάζουμε όταν καταλαβαίνουμε τι τη δημιουργεί.
Μάγκη Πούπλη
Σύμβουλος Γονέων με εξειδίκευση στο νευρικό σύστημα
Founder of Bonding Nest
Διάβασε online το τεύχος Απριλίου του Psychiko News εδώ!!
PHOTO: PIXABAY
